Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλεποπορδή οι αλεποπορδές
      γενική της αλεποπορδής των αλεποπορδών
    αιτιατική την αλεποπορδή τις αλεποπορδές
     κλητική αλεποπορδή αλεποπορδές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλεποπορδή < → δείτε τις λέξεις αλεπού και πορδή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.lɛ.pɔ.pɔɾ.ˈði/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλεποπορδή θηλυκό
  1. είδος φαγώσιμου μανιταριού


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία