Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική πισινός πισινή πισινό
γενική πισινού πισινής πισινού
αιτιατική πισινό πισινή πισινό
κλητική πισινέ πισινή πισινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πισινοί πισινές πισινά
γενική πισινών πισινών πισινών
αιτιατική πισινούς πισινές πισινά
κλητική πισινοί πισινές πισινά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πισινός < πίσω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πισινός

  1. που βρίσκεται ακριβώς από πίσω, ο από πίσω
    τα άλογα τινάζουν με δύναμη τα πισινά τους πόδια όταν είναι εκνευρισμένα

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πισινός αρσενικό

  1. τα οπίσθια, το τμήμα του σώματος ανθρώπων και ζώων που βρίσκεται στο πίσω μέρος της λεκάνης

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία