Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέρδομαι < αρχαία ελληνική πέρδομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

πέρδομαι

  1. (λόγιο) κλάνω

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρησιμοποιείται σε επίσημες ή ευγενικές εκφράσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας πέρδομαι
Παρατατικός ἐπερδόμην
Μέλλοντας περδήσομαι
Αόριστος ἔπαρδον
Παρακείμενος πέπορδα
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πέρδομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *perd-

  ΡήμαΕπεξεργασία

πέρδομαι

  1. κλάνω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία