Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλάνω < μεσαιωνική ελληνική κλάνω < αρχαία ελληνική κλάω, από το θέμα του αορίστου ἔ-κλασ-α (λόγω συσχετισμού περίεργων θορύβων με άσχημες μυρωδιές ή ετυμολογικά γιατί το αέριο των εντέρων ελευθερώνεται συνήθως κλασματικά)(ίσως ηχομιμητικό)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κλάνω

  1. αφήνω μια κλανιά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία