Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
το ψάρι γόπα
 
γόπες από τσιγάρα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γόπα οι γόπες
      γενική της γόπας
    αιτιατική τη γόπα τις γόπες
     κλητική γόπα γόπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γόπα < γῶπα (μονοτονικό γώπα)< *βῶπα (αμαρτύρητο) < ελληνιστική βώξ < αρχαία ελληνική βόαξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γόπα θηλυκό

  1. αυτό που μένει από το τσιγάρο αφού κάποιος το έχει καπνίσει
     συνώνυμα: αποτσίγαρο
  2. (ιχθυολογία) είδος μικρού ψαριού (επιστημονικό όνομα Boops boops) της οικογένειας Sparidae, γκριζογάλαζο και ασημί, που συναντάται συχνά στις ελληνικές θάλασσες

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βασιλική / αυτοκρατορική γόπα: μεγάλο αποτσίγαρο, αποτσίγαρο στο οποίο δεν έχει καπνιστεί μεγάλο μέρος του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία