Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κακία κακίες
γενική κακίας κακιών
αιτιατική κακία κακίες
κλητική κακία κακίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακία < αρχαία ελληνική κακία < κακός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κακία θηλυκό

  1. η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις
    Ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει: τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας;
  2. λόγος ή πράξη που δείχνει έχθρα και αποσκοπεί στο να πληγώσει τον άλλον
    αυτό που είπες ήταν μεγάλη κακία
  3. η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος
    μου κρατάει κακία για κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια
    Ώστε δεν δέχεσαι τη συγγνώμη μου; Η κακία θα σου μείνει!

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κρατάω κακία
  1. Μας χαιρέτησε με αγάπη να δείξει πως δε μας κρατούσε κακία. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  • αργία μήτηρ πάσης κακίας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακία < κακός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κακία θηλυκό

  1. η κακία