Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τραγικός τραγική τραγικό
γενική τραγικού τραγικής τραγικού
αιτιατική τραγικό τραγική τραγικό
κλητική τραγικέ τραγική τραγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τραγικοί τραγικές τραγικά
γενική τραγικών τραγικών τραγικών
αιτιατική τραγικούς τραγικές τραγικά
κλητική τραγικοί τραγικές τραγικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγικός < αρχαία ελληνική τραγικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραγικός

  1. που αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία
    η τραγική ποίηση, οι τραγικοί ήρωες
  2. οδυνηρός, που προκαλεί μεγάλη συγκίνηση και πόνο
    τραγικό περιστατικό
  3. πολύ σοβαρός, που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία