Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τραγικός η τραγική το τραγικό
      γενική του τραγικού της τραγικής του τραγικού
    αιτιατική τον τραγικό την τραγική το τραγικό
     κλητική τραγικέ τραγική τραγικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τραγικοί οι τραγικές τα τραγικά
      γενική των τραγικών των τραγικών των τραγικών
    αιτιατική τους τραγικούς τις τραγικές τα τραγικά
     κλητική τραγικοί τραγικές τραγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τραγικός [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾa.ʝiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρα‐γι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραγικός

  1. (λογοτεχνία)
    1. που αναφέρεται ή ανήκει στην τραγωδία
      η τραγική ποίηση, οι τραγικοί ήρωες
    2. (στον πληθυντικό, ουσιαστικοποιημένο) «οι τραγικοί» (εννοείται: ποιητές)
      οι τρεις τραγικοί: ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης
  2. οδυνηρός, που προκαλεί μεγάλη συγκίνηση και πόνο
    τραγικό περιστατικό
  3. πολύ σοβαρός, που είχε πολύ σοβαρές συνέπειες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη τράγος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία