Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φτωχικό τα φτωχικά
      γενική του φτωχικού των φτωχικών
    αιτιατική το φτωχικό τα φτωχικά
     κλητική φτωχικό φτωχικά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτωχικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φτωχικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φτωχικό ουδέτερο

  1. (με μετριοφροσύνη) φτωχικό σπίτι, ταπεινή κατοικία
     συνώνυμα: φτωχόσπιτο
  2. (κατ' επέκταση, οικείο) κάθε σπίτι, ακόμα και ένα πλουσιόσπιτο (με διάθεση μετριοφροσύνης και ταπεινότητας)
    καλωσήρθατε στο φτωχικό μας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

φτωχικό