Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
house houses

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /haʊs/ (ουσιαστικό)
Ήχος (ΗΠΑ) 
Ήχος (ΗΒ) 
ΔΦΑ : /haʊz/ (ρήμα)
Ήχος (ΗΠΑ) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

house (en), πληθυντικός houses (/haʊzɪz/)

  1. σπίτι, οίκος
  2. (γενικότερα) κάθε κτήριο ή μέρος κτηρίου με συγκεκριμένο προορισμό
  3. το κτήριο που στεγάζει ένα θέατρο ή το κοινό που παρακολουθεί μια παράσταση
  4. εμπορικός οίκος
  5. οίκος, δυναστεία
  6. o οίκος, καθεμιά από τις δώδεκα διαιρέσεις του αστρολογικού χάρτη
  7. βουλή, το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα σε χώρες όπως οι ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο
  8. είδος μουσικής

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

house (en)

  1. στεγάζω
  2. φιλοξενώ

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία