Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πένης < αρχαία ελληνική πένης < πένομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πένης αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πένης < πένομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πένης αρσενικό

  1. αυτός που δουλεύει για το καθημερινό ψωμί του, μεροκαματιάρης, φτωχός άνθρωπος, που διακρίνεται από τον ζητιάνο
  2. λέγεται για φτωχό άνθρωπο Λυσίας «Κατά Διογείτονος»

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πένης

  • (μεταγενέστερη επιθετική χρήση) φτωχός

  ΠηγέςΕπεξεργασία