Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάμφτωχος < παμ- (παν-) + φτωχός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πάμφτωχος, -η, -ο

  1. πάρα πολύ φτωχός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία