Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φτωχαδάκι τα φτωχαδάκια
      γενική
    αιτιατική το φτωχαδάκι τα φτωχαδάκια
     κλητική φτωχαδάκι φτωχαδάκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτωχαδάκι < φτωχός + υποκοριστικό επίθημα -αδάκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φτωχαδάκι ουδέτερο

  1. φτωχός, χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται κυρίως όταν θέλουμε να εκφράσουμε συμπάθεια ή λύπηση
    η Μαρία είναι φτωχαδάκι, ο Κώστας είναι φτωχαδάκι, το παιδί τους είναι φτωχαδάκι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία