Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -αδάκι τα -αδάκια
      γενική
    αιτιατική το -αδάκι τα -αδάκια
     κλητική -αδάκι -αδάκια
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-αδάκι < -άδ(ι) +   + υποκοριστικό επίθημα -άκι (πετράδι>πετραδάκι) ή < λέξεις που το θέμα τους λήγει σε -αδ- + -άκι (ντολμάδ+άκι) και επέκταση και στις υπόλοιπες (φτωχός>φτωχαδάκι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈða.ci/

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-αδάκι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Νεοελληνικές λέξεις με επίθημα -αδάκι στο Βικιλεξικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία