Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άδι < ελληνιστική -άδιον (με απώλεια της σμικρυντικής σημασίας)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άδι

  1. επίθημα μετεπιθετικών ουδέτερων ουσιαστικών στα οποία περιέχεται αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη
  2. επίθημα μετουσιαστικών ουδέτερων ουσιαστικών που δημιουργούν άλλο τύπο της λέξης, συνήθως πιο εξειδικευμένο
  3. (λαϊκότροπο) επίθημα που δημιουργεί ουδέτερα ουσιαστικά από ρήματα, δηλώνοντας είτε αυτό που απομένει μετά από την ενέργεια του ρήματος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία