Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -άκι -άκια
γενική
αιτιατική -άκι -άκια
κλητική -άκι -άκια
Από την παλαιότερη κλίση σε -ιον
λείπουν οι γενικές ενικού -ίου και πληθυντικού -ίων

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άκι < μεσαιωνική ελληνική -άκιν < ελληνιστική κοινή -άκιον (-ακ+-ιον) < αρχαία ελληνική ουσιαστικά σε -ξ (όπως ῥύαξ > ελληνιστικό ῥυάκιον)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.ci/

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άκι ουδέτερο

  1. από ουσιαστικά
    λουλούδι > λουλουδάκι, κορίτσι > κοριτσάκι
  2. από κύρια θηλυκά ονόματα
    Κατερίνα > Κατερινάκι
  3. για ονόματα ζώων, δηλώνοντας το μικρό τους
    σκύλος > σκυλάκι, χελώνα > χελωνάκι
  4. (μειωτικά) για επαγγέλματα
    δικηγόρος > δικηγοράκι

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

υποκοριστικά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

λέξεις -άκι που δεν ετυμολογούνται ως υποκοριστικά