Δείτε επίσης: -άκις

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο -άκης οι -άκηδες
      γενική του -άκη των -άκηδων
    αιτιατική τον -άκη τους -άκηδες
     κλητική -άκη -άκηδες
Παράρτημα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.cis/
ομόηχο: -άκις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άκης < πιθανόν μεσαιωνική ελληνική -άκης ή -άκις, υποκοριστικό -άκ(ι) + -ης[1]
  • Σημείωση: Διαφορετικού ετύμου είναι λέξεις που λήγουν σε -άκ-ης από τουρκικές σε -ak + -ης, με θηλυκό -ισσα
    όπως αχμάκης, αχμάκισσα

  Επίθημα 1Επεξεργασία

-άκης αρσενικό

  1. (μειωτικό) υποκοριστικό επίθημα για αρσενικά ουσιαστικά (μόνο στον ενικό)
    κόσμος - κοσμάκης
  2. επίθημα για το σχηματισμό ανδρικών υποκοριστικών ονομάτων, που είναι παράγωγα από αρσενικά μικρά ονόματα
    Γιάννης - Γιαννάκης
    Άγγελος - Αγγελάκης

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Επίθημα 2Επεξεργασία

-άκης αρσενικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Επώνυμα σε -άκης καταγράφονται ήδη από τους Βυζαντινούς χρόνους. Συστηματική καταγραφή επωνύμων στην Ελλάδα άρχισε το 19ο αιώνα. Τα επώνυμα σε -άκης ήταν συχνά στη Μάνη (όπου συχνά γινόταν -άκος), ενώ πολύ συχνά είναι στην Κρήτη (όπου απαντάται και το μεγεθυντικό -ακας, σε αντιδιαστολή με το υποκοριστικό -άκης. Στην Κρήτη μέχρι τον 20ο αιώνα ήταν συχνή και η χρήση του επιθήματος -άκις.
  • Στις αρχές του 21ου αιώνα, τα επώνυμα σε -άκης είναι πολύ πιο συχνά από τα -άκις.
  • Γνωστοί σε -άκης: ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης, ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης.
  • Γνωστοί σε -άκις: ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις και ο θεμελιωτής της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα Γεώργιος Χατζιδάκις.
  • Το άκλιτο θηλυκό οικογενειακών επιθέτων σχηματίζεται από τη γενική ενικού, σε -άκη. Δείτε και -άκος
    η κυρία Αγγελάκη

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-άκης < υποκοριστικό -άκ(ιν) ή -άκ(ι) + -ης

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-άκης αρσενικό

  1. επίθημα για το σχηματισμό υποκοριστικών και θωπευτικών αρσενικών ουσιαστικών
    γεροντάκι > γεροντάκης
  2. επίθημα για το σχηματισμό επωνύμων
    Ραβδοκανάκης (επώνυμο - καταγράφεται περίπου το 1250)

ΣύνθεταΕπεξεργασία