Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η Κρήτη
      γενική της Κρήτης
    αιτιατική την Κρήτη
     κλητική Κρήτη
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κρήτη < αρχαία ελληνική Κρήτη

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κρήτη θηλυκό

  1. το μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας σε έκταση και πληθυσμό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κρήτη < Κρύς

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κρήτη θηλυκό

  1. το μεγαλύτερο νησί της Ελλάδας σε έκταση

ΣύνθεταΕπεξεργασία