Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κρητικός κρητική
κρητικιά
κρητικό
γενική κρητικού κρητικής
κρητικιάς
κρητικού
αιτιατική κρητικό κρητική
κρητικιά
κρητικό
κλητική κρητικέ κρητική
κρητικιά
κρητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρητικοί κρητικές κρητικά
γενική κρητικών κρητικών κρητικών
αιτιατική κρητικούς κρητικές κρητικά
κλητική κρητικοί κρητικές κρητικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρητικός < αρχαία ελληνική κρητικός < Κρήτη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρητικός, κρητική/κρητικιά, κρητικό

  • που προέρχεται από την Κρήτη ή που αναφέρεται σε αυτή ή στους κατοίκους της
κρητικό μαχαίρι, κρητικά ήθη και έθιμα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρητικός < Κρήτη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρητικός

  • που προέρχεται από την Κρήτη ή που αναφέρεται σε αυτή ή τους κατοίκους της