Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σπανάκι τα σπανάκια
      γενική του σπανακιού των σπανακιών
    αιτιατική το σπανάκι τα σπανάκια
     κλητική σπανάκι σπανάκια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
σπανάκι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπανάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπανάκι < μεσαιωνική λατινική spinachii < πληθυντικός του spinachium [1] < περσική سپاناخ (sepanakh)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /spaˈna.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπανάκι ουδέτερο

  1. (βοτανική) φυτό που ζει ένα ή δύο χρόνια που καλλιεργείται για τα εδώδιμα φύλλα του, τα οποία έχουν τριγωγικό σχήμα, βαθυπράσινο χρώμα και λεία επιφάνεια και είναι πλούσια σε σίδηρο και βιταμίνες
  2. (λαχανικό) τα φύλλα αυτού το φυτού που αγοράζονται φρέσκα, κατεψυγμένα ή σε κονσέρβες και τρώγονται μαγειρεμένα ή ωμά σε σαλάτες

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΑναφορέςΕπεξεργασία