Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκυλάκι < υποκοριστικό του σκύλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
μοβ σκυλάκια (3)

σκυλάκι ουδέτερο

  1. σκύλος μικρός σε ηλικία ή σε σωματική διάπλαση
     συνώνυμα: κουτάβι
  2. ο σκύλος χαϊδευτικά
  3. είδος καλλωπιστικού φυτού (Antirrhinum majus) του οποίου το άνθος θυμίζει ανοικτό στόμα σκύλου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία