Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χελώνα χελώνες
γενική χελώνας χελώνων
αιτιατική χελώνα χελώνες
κλητική χελώνα χελώνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χελώνα < αρχαία ελληνική χελώνη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çɛ.ˈlɔ.na/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
μια χελώνα

χελώνα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία