Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ερπετό τα ερπετά
      γενική του ερπετού των ερπετών
    αιτιατική το ερπετό τα ερπετά
     κλητική ερπετό ερπετά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ερπετό < αρχαία ελληνικά, ἑρπετόν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ερπετό ουδέτερο

  1. (ζωολογία) ζώο της ομοταξίας τετράποδων σπονδυλωτών τα οποία κινούνται έρποντας, διότι τα μέλη τους έχουν ατροφήσει ή λείπουν, έχουν κυμαινόμενη θερμοκρασία σώματος, πνευμονική αναπνοή και δέρμα που καλύπτεται από λέπια
    η σαύρα είναι ερπετό
  2. (μεταφορικά, υβριστικά) για άνθρωπο ύπουλο ή κόλακα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία