Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

dépense < despanse < λατινική dispensa < dispendere

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /;;;/
dépense 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
dépense dépenses

dépense (fr) θηλυκό

  1. το έξοδο
    dépenses courantes: τρέχοντα έξοδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία