Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

se dépenser < dépenser

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sə·de.pɑ̃.se/

  ΡήμαΕπεξεργασία

se dépenser (fr) (pronominal)

  1. κάνω προσπάθειες
  2. κουράζομαι
  3. (μεταφορικά) αθλούμαι, κάνω αθλητισμό, σπορ
    cet enfant a besoin de se dépenser - αυτό το παιδί χρειάζεται να κάνει αθλητισμό
  4. εκτονώνομαι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία