Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αθλούμαι < αρχαία ελληνικά: αθλώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αθλούμαι

  1. ασχολούμαι/εξασκούμαι με τον αθλητισμό
    Αθλούμαι καθημερινά παίζοντας μπάσκετ με τους φίλους μου.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία