Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουράζομαι < κουράζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κουράζομαι

  1. αισθάνομαι αδυναμία
  2. καταβάλλω υπερβολική προσπάθεια για να πετύχω κάτι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία