Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κουραστικός η κουραστική το κουραστικό
      γενική του κουραστικού της κουραστικής του κουραστικού
    αιτιατική τον κουραστικό την κουραστική το κουραστικό
     κλητική κουραστικέ κουραστική κουραστικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κουραστικοί οι κουραστικές τα κουραστικά
      γενική των κουραστικών των κουραστικών των κουραστικών
    αιτιατική τους κουραστικούς τις κουραστικές τα κουραστικά
     κλητική κουραστικοί κουραστικές κουραστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουραστικός < κουράζω + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κουραστικός

  1. που κουράζει, που προκαλεί κόπωση
     συνώνυμα: εξαντλητικός, κοπιαστικός
  2. (κατ’ επέκταση) βαρετός, ανιαρός, πληκτικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία