Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανιαρός < αρχαία ελληνική ἀνιαρός < ἀνία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανιαρός η ανιαρή το ανιαρό
      γενική του ανιαρού της ανιαρής του ανιαρού
    αιτιατική τον ανιαρό την ανιαρή το ανιαρό
     κλητική ανιαρέ ανιαρή ανιαρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανιαροί οι ανιαρές τα ανιαρά
      γενική των ανιαρών των ανιαρών των ανιαρών
    αιτιατική τους ανιαρούς τις ανιαρές τα ανιαρά
     κλητική ανιαροί ανιαρές ανιαρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ανιαρός

  1. χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που προκαλεί ανία, βαρεμάρα
    το να αντιγράφεις το όνομά σου 100 φορές σε μια κόλλα χαρτί είναι μια ανιαρή εργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία