Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εξαντλητικός εξαντλητική εξαντλητικό
γενική εξαντλητικού εξαντλητικής εξαντλητικού
αιτιατική εξαντλητικό εξαντλητική εξαντλητικό
κλητική εξαντλητικέ εξαντλητική εξαντλητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαντλητικοί εξαντλητικές εξαντλητικά
γενική εξαντλητικών εξαντλητικών εξαντλητικών
αιτιατική εξαντλητικούς εξαντλητικές εξαντλητικά
κλητική εξαντλητικοί εξαντλητικές εξαντλητικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαντλητικός < εξαντλώ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.ksan.dli.tiˈkos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /e.ksan.dli.tiˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /e.ksan.dli.tiˈko/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξαντλητικός, -ή, -ό

  1. για εργασία, προσπάθεια κ.λπ. που εξαντλεί
     συνώνυμα: εξουθενωτικός, κουραστικός
    ο δρομέας τερμάτισε μετά από μια εξαντλητική προσπάθεια
  2. που δεν εξαιρεί κανένα από τα στοιχεία ενός συνόλου
    ο συγγραφέας προχωρεί σε εξαντλητική απαρίθμηση όλων των αιτίων του φαινομένου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία