Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈtɛnɪt,ˈtiːnɛt, ˈtɛnɪt/

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δάνειο από τα λατινικά tenet ‎(“αυτός κρατά, κρατάει”) < teneō ‎(“κρατώ• έχω, κατέχω”)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tenet (en)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία