Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὁρισμός

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορισμός ορισμοί
γενική ορισμού ορισμών
αιτιατική ορισμό ορισμούς
κλητική ορισμέ ορισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορισμός < αρχαία ελληνική ὁρισμός < ὁρίζω < ὅρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.ɾiˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον σε κάποια θέση, αξίωμα ή επάγγελμα.
    ο σύλλογος καθηγητών συνεδρίασε με θέμα τον ορισμό σημαιοφόρου και παραστατών.
  2. συνώνυμο του καθορισμός, θέτω όρια
  3. σύντομη και περιεκτική περίοδος λόγου με την οποία περιγράφεται και ερμηνεύεται επακριβώς μια έννοια, σημασία λέξης ή φράσης
    Βρες στο λεξικό τον ορισμό της λέξης δίριχτος.
  4. (λαϊκότροπο) επιθυμία, προσταγή, εντολή, διαταγή
    Στους ορισμούς σου

| width=1% | |bgcolor="#f8f8f8" valign=top align=left width=48%|

|}