Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὁρισμός

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορισμός ορισμοί
γενική ορισμού ορισμών
αιτιατική ορισμό ορισμούς
κλητική ορισμέ ορισμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορισμός < αρχαία ελληνική ὁρισμός < ὁρίζω < ὅρος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔ.ɾi.ˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον σε κάποια θέση
    ο σύλλογος καθηγητών συνεδρίασε με θέμα τον ορισμό σημαιοφόρου και παραστατών
  2. σύντομη και περιεκτική περίοδος λόγου, με την οποία περιγράφεται επακριβώς μια έννοια, κατάσταση, λέξη κ.λπ.
    Βρες στο λεξικό τον ορισμό της λέξης δίριχτος
  3. (λαϊκότροπο) επιθυμία, προσταγή, εντολή
    Στους ορισμούς σου, αφέντη μου

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία