Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄγαν < ἄγη και δωρικός τύπος ἄγα (θαυμασμός)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ἄγαν πολύ, λίαν, πάρα πολύ, υπέρ το δέον, πιο πολύ από το κανονικό

μηδέν ἄγαν (γνωμικό: σε τίποτα μην ξεπερνάς το μέτρο)
ἄγαν βαρύς
πιθανὸς ἄγαν
ἄγαν ἐλευθερία
εἰς ἄγαν δουλείαν


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία