Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀγάζω < ἄγαν

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀγάζω
  1. σύνταξη με αιτιατική ἀγάζω τι = εξετάζω με αγανάκτηση
  2. (αμετάβατο) ἀγάζω = αγανακτώ
  3. παθητική φωνή ἀγάζομαι τινά = εκθειάζω, εγκωμιάζω, υπερυψώνω κάποιον

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Το ρήμα "ἀγάζω" είναι ελλιπές με περιορισμένη χρήση μόνο στον ενεργητικό και μέσο ενεστώτα, ἀγάζω και ἀγάζομαι, απαντάται στον Πίνδαρο (Νεμεονίκες 11, 6) και στα Ορφικά Αργοναυτικά 64), πρόκειται για πολύ αρχαίο ρήμα