Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπερυψώνω < ὑπερυψόω-ῶ < ὑπέρ + ὑψόω-ῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

υπερυψώνω

  1. υψώνω πολύ
  2. υψώνω κάτι ή κάποιον πάνω από ένα επίπεδο αναφοράς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία