Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕψος ὕψει ὕψη
Γενική ὕψους ὑψοῖν ὑψῶν
Δοτική ὕψει ὑψοῖν ὕψεσι(ν)
Αιτιατική ὕψος ὕψει ὕψη
Κλητική ὕψος ὕψει ὕψη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὕψος < συγγενές του ὑπέρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὕψος ουδέτερο

  1. ύψος
  2. κορυφή, κορωνίδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία