Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγανακτώ < αρχαία ελληνική ἀγανακτέω / ἀγανακτῶ < ἄγαν + ἔχω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγανακτώ και αγαναχτώ

  1. (αμετάβατο) καταλαμβάνομαι από αγανάκτηση, δικαιολογημένο θυμό επειδή αδικούμαι ή ταλαιπωρούμαι αδικαιολόγητα
    τόσες ώρες στην αίθουσα αναμονής, αγανάκτησε ο άνθρωπος!
  2. (αμετάβατο) κουράζομαι πολύ μέχρι να κάνω κάτι
    αγανάκτησα μέχρι να πιάσω γραμμή με το εξωτερικό
  3. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να θυμώσει πολύ
    τον αγανάκτησε αυτή η συμπεριφορά

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία