Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄγη < ἄγαμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄγη και δωρικός τύπος ἂγα

  1. θαυμασμός, δέος, θάμβος
  2. φρίκη, τρόμος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία