Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βελτίων βελτίων βέλτιον βελτίονες / βελτίους βελτίονες / βελτίους βελτίονα / βελτίω
Γενική βελτίονος βελτίονος βελτίονος βελτιόνων βελτιόνων βελτιόνων
Δοτική βελτίονι βελτίονι βελτίονι βελτίοσι(ν) βελτίοσι(ν) βελτίοσι(ν)
Αιτιατική βελτίονα / βελτίω βελτίονα / βελτίω βέλτιον / βελτίω βελτίονας / βελτίους βελτίονας / βελτίους βελτίονα / βελτίω
Κλητική βέλτιον βέλτιον βέλτιον βελτίονες / βελτίους βελτίονες / βελτίους βελτίονα / βελτίω
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βελτίονε βελτίονε
Γενική-Δοτική βελτιόνοιν βελτιόνοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βελτίων < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bel-

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βελτίων, βελτίων, βέλτιον