Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιδεινώνω < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική verschlechtern, επι- + δειν(ός) + -ώνω[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.pi.ðiˈno.no/

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιδεινώνω, αόρ.: επιδείνωσα, παθ.φωνή: επιδεινώνομαι, π.αόρ.: επιδεινώθηκα, μτχ.π.π.: επιδεινωμένος

  • χειροτερεύω μία κατάσταση (υγείας, οικονομίας, σχέσεων, καιρού)
    επιδεινώνονται οι σχέσεις των δύο κρατών
    Θα επιδεινωθεί κι άλλο ο καιρός, να δούμε με τι θα ζεσταθούμε φέτος
    η υγεία του επιδεινώθηκε επειδή άρπαξε μέσα στο νοσοκομείο και μια ενδονοσoκομειακή λοίμωξη

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Συνήθως, με υποκείμενο αφηρημένα ουσιαστικά στο γ' πρόσωπο.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία