Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

améliorer < meilleur < λατινική meliorem (αιτιατική) < melior (συγκριτικό του bonus)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.me.ljɔ.ʁe/
améliorer 

  ΡήμαΕπεξεργασία

améliorer (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία