Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αναπτυσσόμενος αναπτυσσόμενη αναπτυσσόμενο
γενική αναπτυσσόμενου αναπτυσσόμενης αναπτυσσόμενου
αιτιατική αναπτυσσόμενο αναπτυσσόμενη αναπτυσσόμενο
κλητική αναπτυσσόμενε αναπτυσσόμενη αναπτυσσόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπτυσσόμενοι αναπτυσσόμενες αναπτυσσόμενα
γενική αναπτυσσόμενων αναπτυσσόμενων αναπτυσσόμενων
αιτιατική αναπτυσσόμενους αναπτυσσόμενες αναπτυσσόμενα
κλητική αναπτυσσόμενοι αναπτυσσόμενες αναπτυσσόμενα


Πρότυπο:ΑντιθετοΕπεξεργασία

Πρότυπο:Αντιθετο < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αναπτύσσομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αναπτυσσόμενος

  1. που αναπτύσσεται, αυξάνει σωματικά ή υλικά
    αναπτυσσόμενα φυτά, αναπτυσσόμενος οργανισμός
  2. που αυξάνει δραστηριότητα, παραγωγικότητα, που βρίσκεται ακόμα σε φάση ανάπτυξης, συχνά σε αντιδαστολή προς τον ανεπτυγμένο που έχει πιο προοδευμένη βιομηχανία
    ο αναπτυσσόμενος κόσμος, η αναπτυσσόμενη βιομηχανία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία