Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεπτυγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπτύσσω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανεπτυγμένος, -η, -ο

  1. αυτός που έχει ήδη αναπτυχθεί (π.χ. σε διάπλαση σωματική ή ως χώρα, στον τομέα της βιομηχανίας)
  2. που είναι εκτεταμένο, απλωμένο, ως σχήμα
    ανεπτυγμένο τετράγωνο,ανεπτυγμένος κύβος
  3. που ως θέμα παρουσιάστηκε αναλυτικά και εμπεριστατωμένα χωρίς περιττά στοιχεία
    Το θέμα της έκθεσης ήταν ανεπτυγμένο πολύ σωστά
  4. που είναι αναλυμένος
    Κάθε αριθμός μπορεί να γραφεί σε ανεπτυγμένη μορφή
δείτε τη λέξη: αναπτύσσω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία