Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναλυμένος η αναλυμένη το αναλυμένο
      γενική του αναλυμένου της αναλυμένης του αναλυμένου
    αιτιατική τον αναλυμένο την αναλυμένη το αναλυμένο
     κλητική αναλυμένε αναλυμένη αναλυμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναλυμένοι οι αναλυμένες τα αναλυμένα
      γενική των αναλυμένων των αναλυμένων των αναλυμένων
    αιτιατική τους αναλυμένους τις αναλυμένες τα αναλυμένα
     κλητική αναλυμένοι αναλυμένες αναλυμένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναλύω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αναλυμένος, -η, -ο

  1. που τον έχουν αναλύσει, που έχει αναλυθεί στα επί μέρους στοιχεία
    αναλυμένες παρτίδες σκακιού
    το θέμα παρουσιάζεται αναλυμένο από ειδικούς
    αναλυμένη συγχορδία μερώνυμο του αρπέτζιο

αναλύω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία