Δείτε επίσης: ἀναλύω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλύω < αρχαία ελληνική ἀναλύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναλύω, πρτ.: ανέλυα/ανάλυα, στ.μέλλ.: θα αναλύσω, αόρ.: ανέλυσα/ανάλυσα, παθ.φωνή: αναλύομαι, π.αόρ.: αναλύθηκα, μτχ.π.π.: αναλυμένος

  1. κάνω ανάλυση, λύνω κάτι στα μέρη που το αποτελούν, διαχωρίζω τα συστατικά του
    Πήρα νερό από την πηγή του χωριού και το έστειλα να το αναλύσουν στο Γενικό Χημείο του Κράτους
    Άμα βάλεις ένα πρίσμα θα δεις πώς αναλύει το φως στα χρώματα της ίριδας
    Ο ψυχίατρος με βοηθάει να αναλύσω το κεντρικό μου πρόβλημα στα επί μέρους
  2. εξετάζω κάτι λεπτομερώς, για να εμβαθύνω αλλά και γενικά για να το κατανοήσω
    Οι ειδικοί πρέπει να αναλύουν τα ζητήματα για να τα καταλαβαίνει ο πολίτης και όχι για να τον μπερδεύουν
  3. (γραμματική) τεχνολογώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία