Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναλυτής οι αναλυτές
      γενική του αναλυτή των αναλυτών
    αιτιατική τον αναλυτή τους αναλυτές
     κλητική αναλυτή αναλυτές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλυτής < αναλύω για να αποδοθεί το γαλλικό analyseur

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναλυτής αρσενικό και αναλύτρια θηλυκό

  1. ο ικανός ή κατάλληλος να αναλύσει ένα ειδικό θέμα
    αναλυτής δημοσκοπήσεων
    στρατηγικός αναλυτής
    οικονομικός αναλυτής
    πολιτικός αναλυτής
    αναλυτής της CIA
  2. μηχάνημα που αναλύει δεδομένα
    αναλυτής καυσαερίων
    αναλυτής φάσματος
    αναλυτής ούρων

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αναλυτής