Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɑːz/ και /pɑɹs/
αμερικάνικη προφορά 

  ΡήμαΕπεξεργασία

parse (en)

  1. αναλύω
  2. (γραμματική) αναλύω λέξη ή πρόταση, συντακτικά ή γραμματικά
  3. (γραμματική) τεχνολογώ
  4. (πληροφορική) αναλύω δεδομένα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  1. (γραμματική) ανάλυση λέξης ή πρότασης, συντακτικά ή γραμματικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • parse στην αγγλική Βικιπαίδεια