Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναλυτικότητα οι αναλυτικότητες
      γενική της αναλυτικότητας των αναλυτικοτήτων
    αιτιατική την αναλυτικότητα τις αναλυτικότητες
     κλητική αναλυτικότητα αναλυτικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλυτικότητα < αναλυτικός + -ότητα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναλυτικότητα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία