Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλύομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναλύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναλύομαι, πρτ.: αναλυόμουν(α), στ.μέλλ.: θα αναλυθώ, αόρ.: αναλύθηκα, παθ.φωνή: αναλυμένος, (ενεργ.: αναλύω)

  1. (για άψυχα με υλική υπόσταση) τέμνομαι σε μικρότερα μέρη, διαλύομαι στα συστατικά μου, κάποιοι αναζητούν τα συστατικά μου, με εξετάζουν ενδελεχώς
    Το νερό αναλύθηκε και δεν βρέθηκε χλώριο
    Το δείγμα αίματος του ασθενούς δεν μπορούσε να αναλυθεί γιατί είχε υποστεί αιμόλυση
  2. για λέξεις, κείμενα, φαινόμενα κοινωνικά: με κάνουν πιο αναλυτικό, συχνά πιο σαφή, τέμνουν εμένα ή το νόημά μου σε μικρότερα και περισσότερα μέρη, με ερμηνεύουν, προσπαθούν να με ερμηνεύσουν
    Το αναφορικό ό,τι αναλύεται σε αναφορική πρόταση
    Όλοι λένε πρέπει να αναλυθεί το αποτέλεσμα των εκλογών, και όλοι μετά συμπεραίνουν ό,τι θέλουνε, λες και ο καθένας ανέλυσε διαφορετικές εκλογές από τους άλλους
  3. (για έμψυχα) λιώνω, διαλύομαι, υπερβάλλω (παρωχημένο) εκτός από τη φράση:
    αναλύθηκε σε λυγμούς (ξέσπασε σε έντονα κλάματα που τράνταζαν το κορμί)
    αναλύθηκε σε γόους