Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική αναπτυξιακός αναπτυξιακή αναπτυξιακό
γενική αναπτυξιακού αναπτυξιακής αναπτυξιακού
αιτιατική αναπτυξιακό αναπτυξιακή αναπτυξιακό
κλητική αναπτυξιακέ αναπτυξιακή αναπτυξιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπτυξιακοί αναπτυξιακές αναπτυξιακά
γενική αναπτυξιακών αναπτυξιακών αναπτυξιακών
αιτιατική αναπτυξιακούς αναπτυξιακές αναπτυξιακά
κλητική αναπτυξιακοί αναπτυξιακές αναπτυξιακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπτυξιακός < ανάπτυξη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναπτυξιακός

  1. εκείνος που βοηθά στην ανάπτυξη, την προάγει σε διάφορους τομείς
    αναπτυξιακό πρόγραμμα
  2. ο σχετικός με την ανάτυξη, τη μελέτη της
    αναπτυξιακή ψυχολογία (για παιδιά και εφήβους)
    αναπτυξιακά προβλήματα βρεφών


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία