Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κυκλοφορία οι κυκλοφορίες
      γενική της κυκλοφορίας των κυκλοφοριών
    αιτιατική την κυκλοφορία τις κυκλοφορίες
     κλητική κυκλοφορία κυκλοφορίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυκλοφορία < αρχαία ελληνική κυκλοφορία < κύκλος + φέρω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική circulation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυκλοφορία θηλυκό

  1. η μετακίνηση πεζών ή οχημάτων στις οδούς
  2. η μετακίνηση κάποιων πραγμάτων (στερεών, υγρών ή αερίων)
    η κυκλοφορία του αίματος
  3. η διακίνηση αγαθών ή προϊόντων
  4. η διάδοση, η διασπορά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία